μακραίνω

μακραίνω
(αόρ. εμάκρυνα) 1. μετ.
1) удлинять, делать длиннее; 2) продлевать; растягивать, затягивать;

μακραίνω την αφήγηση μου — затягивать рассказ;

2. αμετ.
1) удлиняться, делаться длиннее; 2) длиться, тянуться; затягиваться; 3) удаляться, отдаляться, отходить (от родных, друзей и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "μακραίνω" в других словарях:

  • μακραίνω — μακραίνω, μάκρυνα βλ. πίν. 47 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μακραίνω — και μακρύνω (Α μακρύνω, Μ μακραίνω) [μάκρος] 1. δίνω σε κάτι έκταση ή διάρκεια, παρατείνω (α. «πολύ τή μάκρυνες την περιγραφή» β. «οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν», ΠΔ) 2. θέτω μακριά ένα πρόσωπο ή ένα πράγμα, απομακρύνω, απωθώ, αποσύρω …   Dictionary of Greek

  • μακραίνω — μάκρυνα, μακρύνθηκα, μακρυσμένος και μακρεμένος 1. μτβ., κάνω κάτι μακρύ, επιμηκύνω: Μάκρυνα τη φούστα μου. 2. παρατείνω κάτι, δίνω σε κάτι έκταση: Μάκρυνε τις διακοπές του. 3. αμτβ., γίνομαι μακρύς, επιμηκύνομαι: Τα μαλλιά μου μακραίνουν γρήγορα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μάκρεμα — το [μακραίνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μακραίνω, το να αυξάνει κάποιος το μήκος σε κάτι, μήκυνση, επιμήκυνση («το φόρεμα θέλει μάκρεμα») 2. η απομάκρυνση από κάπου, η απόσταση, το μάκρος 3. το να αυξάνει κάποιος τη διάρκεια σε κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • διαυλίζω — (Α) βαθύνω, μακραίνω …   Dictionary of Greek

  • ενδιατρίβω — (AM ἐνδιατρίβω) 1. μένω κάπου για ένα χρονικό διάστημα («Ἀννίβας... ἐνδιέτριβε τῇ παρὰ τὸν Ἀδρίαν χώρᾳ», Πολ.) 2. (για λόγο) επιμένω στις λεπτομέρειες («διό μᾱλλον ἄν τις ἐνδιατρίψειε περί αὐτῶν», Αριστοτ.) 3. ασχολούμαι με κάτι, επιμένω,… …   Dictionary of Greek

  • μακρύνω — (AM μακρύνω) βλ. μακραίνω …   Dictionary of Greek

  • μηκύνω — (ΑΜ μηκύνω, Α δωρ. τ. μακύνω) [μήκος] μεγεθύνω κατά μήκος, μακραίνω, επιμηκύνω («τὸ μὲν γὰρ ἀναγκάζεσθαι περαιτέρω τοῡ μετρίου μηκύνειν τὰς ὁδοὺς χαλεπόν», Ξεν.) μσν. αρχ. μέσ. μηκύνομαι αυξάνομαι, μεγαλώνω αρχ. 1. αυξάνω τη χρονική διάρκεια… …   Dictionary of Greek

  • ξεμακραίνω — και ξεμακρύνω 1. απομακρύνω κάποιον από κάπου βαθμιαία («τόν ξεμακρύναμε από αυτήν τη γυναίκα») 2. απομακρύνομαι από κάπου σιγά σιγά 3. παύω να έχω σχέσεις, σταματώ να συναναστρέφομαι κάποιον («έχω ξεμακρύνει από τους φίλους μου») 3. (η μτχ. αρσ …   Dictionary of Greek

  • παραμακραίνω — και παραμακρύνω 1. μακραίνω κάτι περισσότερο από ό,τι πρέπει, τού δίνω υπερβολικό μήκος 2. μηκύνομαι πάρα πολύ, γίνομαι υπερβολικά μακρύς 3. αργώ, καθυστερώ πολύ 4. μτφ. απομακρύνομαι πολύ, ξεμακραίνω («μην παραμακραίνεις γιατί θα χαθείς») …   Dictionary of Greek

  • παραμηκύνω — Α επιμηκύνω, μακραίνω …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»